Καραϊσκάκης, Γεώργιος (1782-1827)

Karaiskakes, Georgios (1782-1827) (Αγγλική)

  1. Πρόσωπο
  2. Καραΐσκoς, Γεώργιος (1782-1827) (Ελληνική) | Γιός της Καλογριάς [Αποδιδόμενο όνομα] (Ελληνική)
  3. Άνδρας
  4. Πρόσωπα με δράση το 1821
  5. 1782
  6. Σκουληκαριά Άρτας
  7. 23 Απριλίου 1827
  8. Νέο Φάληρο
  9. Έλληνας
  10. Στρατάρχης
  11. Ελληνικά
  12. Αγωνιστές του 1821
    • Βιβλιογραφία:

      • Βλαχογιάννης, Γιάννης: Καραϊσκάκης, Βιογραφία βγαλμένη από ανέκδοτες πηγές, βιβλιογραφία και στοματικές παραδόσεις, εκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 1943.
      • Φωτιάδης, Δημήτρης: Καραϊσκάκης, 1956 (εκδ. «Δωρικός»: 1979).
      • Σταμέλος, Δημήτρης: Ο θάνατος του Καραϊσκάκη. Συμπτωματικό γεγονος ή οργανωμένη δολοφονία; εκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 1985.
      • Η Επανάσταση στην Αττική και η απελευθέρωση της Αθήνας : συμβολή στην ιστορία της Αττικής, για την περίοδο της Επανάστασης του 1821 / Πέτρος Ι. Φιλίππου-Αγγέλου, ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, ΚΑΛΥΒΙΑ 2021.
      • Οι Αθηναίοι και η Αττική στην Επανάσταση του 1821/ Δημήτριος Αλ. Γέροντας, Βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αθηνών, Αθήνα, 2018.
      • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ΙΒ' τόμος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975.
      • Παπαρρηγόπουλος, Κων/νος: Γεώργιος Καραϊσκάκης, 1867.
  13. Βιογραφία του Γεωργίου Καραϊσκάκη υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως του Δ. Αινιάνος
    • Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος (Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 1782 - Φάληρο, 23 Απριλίου 1827) ήταν Έλληνας επαναστάτης ο οποίος αρχικά υπήρξε κλέφτης και μετέπειτα σπουδαίος αρματολός και στρατάρχης της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Το επίθετό του είναι χαϊδευτικό υποκοριστικό του Καραΐσκος, που έφερε ο πατέρας του ήρωα, Δημήτριος Ίσκος ή ΚαραΐσκοςΚαράς επειδή ήταν μελαμψός. Πρόκειται για σύνθετη λέξη από το τουρκικό kara – που σημαίνει μαύρος – και το παλαιότερο οικογενειακό όνομα Ίσκος.

      Γεννήθηκε το 1782 και ήταν νόθος γιος της Ζωής Διμισκή ή Ντιμισκή, από τη Σκουληκαριά, πρώτης εξαδέλφης του αρματολού των Ραδοβυζίων Γώγου Μπακόλα. Η μητέρα του, μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μαυρομματιώτη, που ήταν ο πρώτος σύζυγός της, έγινε καλόγρια (γι' αυτό και του έμεινε η προσωνυμία «ο γιος της καλογριάς»). Για την ταυτότητα του πατέρα του δεν υπάρχει βεβαιότητα. Θεωρείται πιθανότερο ότι ήταν ο αρματολός του Βάλτου Δημήτριος Ίσκος ή Καραΐσκος, από φημισμένη οικογένεια σαρακατσάνικης καταγωγής που ανέδειξε πολλούς στρατιωτικούς και πολιτικούς.

      Νεαρός έπεσε στα χέρια του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όπου και φυλακίσθηκε για παράνομες πράξεις, εκεί όμως έμαθε και κάποια γράμματα. Έτσι αρχικά υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά και τον ακολούθησε στην εκστρατεία του κατά του περίφημου πασά Πασβάνογλου στο Βιδίνιο της Βουλγαρίας, φίλου του Ρήγα Φεραίου.

      Κατά την πρώτη παραμονή του στην αυλή του Πασά (το 1812), παντρεύτηκε την Εγκολπία (Γκόλφω) Ψαρογιαννοπούλου-Σκυλοδήμο, μια όμορφη γυναίκα από γνωστή οικογένεια αρματολών και απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά. Από μικρός όμως υπέφερε από φυματίωση και τακτικά κατέφευγε σε γιατροσόφους αλλά και Έλληνες και ξένους γιατρούς.

      Έλαβε ενεργό ρόλο από την αρχή της ελληνικής επανάστασης, δραστηριοποιούμενος κυρίως στην περιοχή των Αγράφων και της Ρούμελης, όπου ορίστηκε επικεφαλής του αγώνα.

      Στην Αττική είχε σημαντική δράση από το 1826 μέχρι και τον θάνατο του στο Φάληρο το 1827. Στις 16 Ιουλίου 1826 ανέλαβε την αρχηγία των στρατευμάτων της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος. Αρχικά είχε στρατοπεδεύσει στη Σαλαμίνα , η οποία είχε οριστεί ως τόπος συγκέντρωσης των δυνάμεων που θα απελευθέρωναν την Αθήνα από την σκληρή πολιορκία του Κιουταχή. Στις 5 Αυγούστου το στράτευμα ξεκίνησε την πορεία του και στρατοπέδευσε στο Χαϊδάρι. Την επόμενη μέρα πραγματοποιήθηκε η πρώτη σύγκρουση, όπου τα ελληνικά στρατεύματα επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή και αποσύρθηκαν στο Περιστέρι και τα Σεπόλια για να ανασυνταχθούν. Ο Καραϊσκάκης επέλεξε να μην τους καταδιώξει. Η μάχη που ακολούθησε τις επόμενες ημέρες δεν ανέδειξε κάποιον νικητή ή ηττημένο, ωστόσο ανέδειξε τις αδυναμίες των ελληνικών στρατευμάτων. Οι Έλληνες δεν κατάφεραν την ανακατάληψη της Αθήνας κι ο Κιουταχής τους αποδυνάμωσε. Κατόπιν αυτού τα στρατεύματα επέστρεψαν στην Ελευσίνα. Ο Καραϊσκάκης πάντα πίστευε ότι η ανακατάληψη της Αθήνας είναι εφικτή και γι αυτό κράταγε το στράτευμα στην Ελευσίνα για ενδυνάμωση. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρόνια έγιναν ξανά προσπάθειες ανακατάληψης. Τον Δεκέμβριο συζητούνταν σοβαρή επιχείρηση απελευθέρωσης της Αθήνας. Στις αρχές του 1827, ο Καραϊσκάκης παρέμενε εκτός Αττικής σε μάχες στη Ρούμελη, ωστόσο συνέχιζε να εμψυχώνει τους πολιορκημένους της Ακρόπολης. Μετά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας επέστρεψε στην Αττική για να βοηθήσει τους πολιορκημένους. Στις 21 Φεβρουαρίου έφτασε στην Ελευσίνα, όπου συγκέντρωσε όλους τους οπλαρχηγούς και τους ανέφερε το σχέδιο του για την απελευθέρωση της Ακρόπολης. Η πρώτη ενέργεια θα ήταν η προώθηση του στρατοπέδου στο Κερατσίνι για να διανοιχτούν διάδρομοι επικοινωνίας των πολιορκημένων με την θάλασσα. Η πρώτη επίθεση έγινε στις 4 Μαρτίου στο Κερατσίνι από τον Κιουταχή και αποκρούστηκε επιτυχώς από τα ελληνικά στρατεύματα. Παρά τις ενισχύσεις που κατέφθαναν το ηθικό των πολιορκημένων είχε αρχίσει να κάμπτεται και καθιστούσε επιτακτικές τις νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο οι διενέξεις της εθνοσυνέλευσης με την εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων εξώθησαν τον Καραϊσκάκη στα όρια της παραίτησης. Τελικά αυτό δεν συνέβη και παρέμεινε επικεφαλής του στρατοπέδου. Στις 8 Απριλίου το στρατηγείο μεταφέρθηκε στον Πειραιά όπου πλέον υπήρχε η συμβολή του βρετανικού στόλου. Στις 14 Απριλίου ξεκίνησε η επίθεση στην μονή Αγίου Σπυρίδωνα στον Πειραιά όπου είχαν εκτοπιστεί οι Τούρκοι. Η μονή δέχθηκε έντονο κανονιοβολισμό, αλλά τελικά προτιμήθηκε η ειρηνική λύση της παράδοσης . Εντούτοις οι Έλληνες δεν τήρησαν την συμφωνία και προέβησαν σε δολοφονίες και καταδιώξεις των Τούρκων, κάτι που προκάλεσε ντροπή στους επικεφαλής. Ο Καραϊσκάκης ήρθε πολλές φορές σε αντιπαράθεση με τους επικεφαλής των Μεγάλων Δυνάμεων, ακόμα και λίγες μέρες πριν τον θάνατο του, σχετικά με τον σχεδιασμό των επιθέσεων. Βέβαια πάντοτε έβρισκε την αμέριστη συμπαράσταση των Ελλήνων συναγωνιστών του. Ως ημέρα της μεγάλης εξόρμησης ορίστηκε η 23η Απριλίου 1827. Η εντολή που είχε δοθεί στο στράτευμα ήταν να πάψουν οι αψιμαχίες με τους Τούρκους ως εκείνη την ημέρα. Την παραμονή της εξόρμησης κάποιοι στρατιώτες παράκουσαν την εντολή και μπήκαν σε μάχη με τους Τούρκους . Ο Καραϊσκάκης έσπευσε αμέσως στην μάχη για να μην γενικευτεί η σύγκρουση, όμως δεν το κατάφερε. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, όμως ο ίδιος τραυματίστηκε από βόλι κατά την επιστροφή του. Το τραύμα αποδείχθηκε πολύ σοβαρό και εν τέλει θανάσιμο και στις 23 Απριλίου 1827 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης άφησε την τελευταία του πνοή.

      Wikipedia