1. Πρόσωπο
  2. Άνδρας
  3. Αρχείο Χρίστου Ν. Πέτρου - Μεσογείτη
  4. 05 Ιανουαρίου 1918
  5. Αρίστη
  6. 27 Φεβρουαρίου 2004
  7. Αθήνα
  8. Έλληνας
  9. Καθηγητής Πανεπιστημίου
  10. Αρχαιολογία
  11. Ελληνικά
    • Ο Φώτης Μ. Πέτσας (Αρίστη Ιωαννίνων, 5[2] ή 6 Ιανουαρίου[3] 1918 - 27 Φεβρουαρίου 2004) ήταν σημαντικός Έλληνας αρχαιολόγος και πανεπιστημιακός.

      Γεννήθηκε το 1918 στην Αρίστη Ιωαννίνων και ήταν το μοναδικό τέκνο του δάσκαλου Μιχαήλ Πέτσα και της Σοφίας Ι. Κυρατσίδου (κόρη Ελλήνων μεταναστών γεννημένη στο Κρούσεβατς της Σερβίας)[2][3]. Αρχικά φοίτησε στο σχολαρχείο της ιδιαίτερης πατρίδας του και σε ηλικία δώδεκα ετών μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου γράφτηκε στο Α' Γυμνάσιο της πόλης. Το 1934 εισήχθη στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από την οποία αποφοίτησε το 1939 ως αρχαιολόγος.

      Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, προσλήφθηκε το 1942 ύστερα από εξετάσεις στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και τοποθετήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αργότερα αποσπάστηκε στην Αθήνα για μετεκπαίδευση ενώ η απελευθέρωση της Ελλάδας τον βρήκε προϊστάμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δελφών. Το 1945 μετά από δική του αίτηση τοποθετήθηκε στα Ιωάννινα ως έφορος της νεοσύστατης τότε Εφορείας Αρχαιοτήτων Ηπείρου, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1947 όταν απολύθηκε με βάση του Θ' Ψήφισμα του 1946 περί εξυγιάνσεως των δημοσίων υπηρεσιών και ανακλήθηκε στο στράτευμα[6]. Κατά το 1950-1951 εργάστηκε στις ανασκαφές των Μυκήνων ενώ από το 1951 ως το 1953 μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου[3]. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίζεται επιμελητής αρχαιοτήτων με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Από το 1957 έως το 1965 υπήρξε έφορος της ΙΒ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων της Δυτικής Μακεδονίας με έδρα τη Βέροια. To 1971 διορίστηκε τακτικός καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όπου μάλιστα διετέλεσε και κοσμήτορας κατά το ακαδημαϊκό έτος 1973-1974. Ακολούθως συνταξιοδοτήθηκε το 1975[8].

      Wikipedia