1. Έννοια
  2. Ελληνικά
    • Ανάλημμα (ουδέτερο): στην αρχιτεκτονική: τοίχος που προστατεύει από τις κατολισθήσεις χωμάτων, υποστήριγμα τοίχου, αντέρεισμα, πεζούλα για την κατασκευή των πλευρικών τμημάτων (αναλήμματα) χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν βοηθητικές υποκατασκευές ώστε να καλύψουν την κλίση του εδάφους. Τμήματα της θεμελίωσης των αναλημμάτων είναι ορατά στις μέρες μας άλλη έννοια: (παρωχημένο) κάθε τι που υποστηρίζει, όπως π.χ. ο επίδεσμος ή η ταινία που συγκρατεί κάπως ψηλά ένα τραυματισμένο χέρι ή ένα χέρι σε νάρθηκα ⟶ Βικιλεξικό