1. Έννοια
  2. Οργανοπαίχτης (Ελληνική) | Οργανοπαίκτης | Οργανοπαίχτες
  3. Ελληνικά
    • Ο οργανοπαίχτης (ή οργανοπαίκτης) είναι πρόσωπο που μπορεί να παίζει κάποιο ή κάποια μουσικά όργανα. Ο όρος συνήθως αναφέρεται σε άτομα που παίζουν με δεξιοτεχνία και επαγγελματικά κατά βάση. Ένας οργανοπαίκτης θεωρείται και καλείται και ως απλά μουσικός, έναν όρο που έχει και άλλες χρήσεις και περιγράφει περικλείοντας στο φάσμα της σημασιολογίας του φερειπείν και τους συνθέτες, τους μαέστρους και άλλους.

      wikipedia