1. Ορόσημο/Ιστορικό κτήριο
  2. Ελληνικά
  3. Εκκλησίες
  4. Καλύβια
  5. Πύργοι (Εννέα Πύργοι)
    • Ο ναός του Αγίου Πέτρου βρίσκεται ένα χλμ. δυτικά των Καλυβίων, στην περιοχή των Εννέα Πύργων, ένα αξιόλογο μεσαιωνικό οικισμό, που αποτελεί σημαντικό πυρήνα βυζαντινών μνημείων, διασωσμένων και ερειπωμένων. Πολύ κοντά είναι ένα άλλο βυζαντινό μνημείο, ο ναός του Παναγίας Μεσοσπορίτισσας.

      Η περιοχή είναι υπαίθρια, ανάμεσα σε αγρούς και αμπέλια, και προξενεί έκπληξη στον ανύποπτο περαστικό η συνάντηση - σε αυτή την εκ πρώτης όψεως αδιάφορη αγροτική τοποθεσία - δύο τόσο κομψών και αξιόλογων μνημείων από το μεσαιωνικό παρελθόν.

      Ο Άγιος Πέτρος Καλυβίων είναι ένας πολύ όμορφος και ενδιαφέρων σταυροειδής εγγεγραμμένος βυζαντινός ναός, με τρούλλο και νάρθηκα. Ο ναός είναι λίγο μεταγενέστερος – περί τα τέλη του 12ου αιώνα - της γειτονικής Παναγίας Μεσοσπορίτισσας, οικοδομημένος όμως σε μία φάση και όχι σε δύο όπως η Παναγία.

      Αυτό που εντυπωσιάζει στο αντίκρυσμα του εξωτερικού του ναού είναι ομορφιά των αναλογιών και η ποικιλία των επιφανειών, που με μια κλιμάκωση των υψών μας οδηγεί σταδιακά εκ των κάτω προς τα Άνω, όπου θα συναντήσουμε τον κυλινδρικό τρούλλο, που με την επιβλητική παρουσία του ενοποιεί τα επί μέρους στοιχεία και ταυτόχρονα ανυψώνει ολόκληρο το ναό.

      Στο εσωτερικό, η ελαφρότητα των τοξωτών επιφανειών και οι ανάλαφρες αποχρώσεις του τοιχογραφικού διακόσμου, μας έλκουν προς το υψηλότερο σημείο, τον προεξάρχοντα τρούλλο. Βέβαια σήμερα πολλές επιφάνειες, από τον άλλοτε κατάγραφο ναό, έχουν απομείνει γυμνές και προκαλούν κάποια ψυχρότητα, αφού άλλωστε δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε επέμβαση, λόγω Αρχαιολογίας, όμως οι τοιχογραφίες που διασώζονται μας δίνουν μια εικόνα της παλαιότερης κατάστασης. Οι αξιόλογες τοιχογραφίες είναι βάσει επιγραφής του 1232, με ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα την τοιχογραφία του τελευταίου τότε μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη, του οποίου αποτελεί την μοναδική απεικόνιση.

      Ο ναός διατηρείται κλειστός, αφού άλλωστε προστατεύεται από την Αρχαιολογική και ανήκει την ενορία του ναού της Ευαγγελιστρίας. Ο Άγιος Πέτρος πανηγυρίζει στις 29 Ιουνίου, κατά την εορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου με πανηγυρικό εσπερινό και Θεία Λειτουργία.
      _______________
      Αρχιτεκτονική περιγραφή του Ναού

      Ο ναός είναι βυζαντινός και ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου δικιονίου, τρουλλαίου ναού, της υστεροβυζαντινής περιόδου. Ο τρούλλος είναι κυλινδρικός με τέσσερα μονόλοβα παράθυρα στα σημεία του ορίζοντα. Ο αρχιτεκτονικός τύπος αλλά και η χρήση λίθου ανάμεσα στα παράθυρα τον τοποθετεί στα τέλη του 12ου- αρχές 13ου αιώνα (2).

      Στην τοιχοποιία του από αργούς, ως επί το πλείστον, λίθους, έχουν ενσωματωθεί πολλά αρχαία μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και επιτύμβιες πλάκες. Στη δυτική πλευρά υπάρχει νάρθηκας και ανατολικά τρεις ημιεξαγωνικές αψίδες, η κεντρική υψηλότερη με ένα δίλοβο παράθυρο ενώ οι άλλες δύο χαμηλότερες με ένα μικρότερο μονόλοβο παράθυρο η κάθε μια, που αντιστοιχούν στην Πρόθεση και το Διακονικό. Τα δύο αυτά γωνιακά διαμερίσματα που γεφυρώνουν τις ανατολικές γωνίες του σταυρού είναι θολωτά και στεγάζονται με μονοκλινείς στέγες. Τα άλλα δύο γωνιακά διαμερίσματα που γεφυρώνουν τις δυτικές γωνίες του σταυρού, είναι στεγασμένα με μονοκλινείς στέγες στην προέκταση των πλευρών της δικλινούς στέγης της δυτικής κεραίας του σταυρού. Το κατά μήκος και το εγκάρσιο σκέλος του σταυρού είναι φυσικά καμαροσκέπαστα και στεγάζονται με δικλινείς στέγες.

      Οι διαστάσεις του ναού είναι 6.85 x 9.80 μ., χωρίς τις κόγχες. Ο νάρθηκας αποτελείται από τρία μέρη, τα δύο πλαϊνά που στεγάζονται με εγκάρσιες καμάρες και δικλινή στέγη, λίγο χαμηλότερη της στέγης των καμαρών του σταυρού και ένα υπερυψωμένο κεντρικό μέρος, που στεγάζεται εσωτερικά με σταυροθόλιο και εξωτερικά με μικρές δικλινείς στέγες σε σχήμα σταυρού, στο ύψος περίπου των στεγών του κυρίως ναού.

      Στη δυτική πλευρά η είσοδος είναι πολύ χαμηλή και από πάνω υπάρχει τοξωτό υπέρθυρο προσκυνητάρι, με μισοκατεστραμμένη αγιογραφική παράσταση και μεγάλη αετωματική επίστεψη, με κεραμικές διακοσμήσεις και βάση με επιπεδόγλυφη διακόσμηση. Μία δεύτερη τοξωτή μεταλλική θύρα στη νότια πλευρά του νάρθηκα είναι κατά ένα μέρος κτισμένη.
      _______________
      Εσωτερικό του Ναού

      Το δάπεδο του ναού είναι κατά τρία σκαλοπάτια χαμηλότερο του εδάφους. Το πέρασμα από το νάρθηκα στον κυρίως ναό γίνεται με τρίβηλο (τρία αψιδωτά ανοίγματα που στηρίζονται ενδιάμεσα σε δύο αρράβδωτους κίονες), όπου το μεσαίο άνοιγμα μας οδηγεί στο κεντρικό κλίτος και τα πλαϊνά στα γωνιακά διαμερίσματα και στις κεραίες του εγκάρσιου κλίτους. Ο τρούλλος στηρίζεται δυτικά σε δύο μαρμάρινοι αρράβδωτοι κίονες και ανατολικά στην τοιχοδομή της ανατολικής κεραίας του σταυρού (δικιόνιος ναός). Η ύπαρξη των κιόνων ενοποιεί τον κυρίως ναό και εξασφαλίζει επικοινωνία προς όλες τις κατευθύνσεις.

      Το τέμπλο αποτελεί αξιόλογο δείγμα γλυπτού διακόσμου. Στο επάνω μέρος υπάρχει επιστύλιο που φέρει κουφική επιπεδόγλυφη διακόσμηση ενώ η Ωραία Πύλη ορίζεται από δύο μαρμάρινους κίονες. Σαν βάση της Αγίας Τράπεζας έχει τοποθετηθεί ενεπίγραφος αρχαίος βωμός. Οι είσοδοι από τον κυρίως ναό στα γωνιακά διαμερίσματα (Πρόθεση και Διακονικό), γίνεται με τοξωτά ανοίγματα και με παρόμοια χαμηλά τοξωτά ανοίγματα επικοινωνούν αυτοί οι δύο χώροι με το Ιερό Βήμα.

      Ο φυσικός φωτισμός του κεντρικού χώρου εισέρχεται κυρίως από ψηλά, από τα τέσσερα παράθυρα του τρούλλου και το μονόλοβο παράθυρο, ψηλά στο αψίδωμα του νοτίου τοίχου. Χαμηλά έχουμε το δίλοβο παράθυρο της κόγχης και τα μικρότερα μονόλοβα παράθυρα των πλαϊνών κογχών. Στο νάρθηκα ο φωτισμός είναι έμμεσος και σαφώς χαμηλότερος.
      _______________
      Τοιχογραφικός διάκοσμος

      Ο ναός άλλοτε ήταν κατάγραφος με υστεροβυζαντινές αγιογραφίες του 13ου αιώνα ενώ σήμερα πάρα πολλές τοιχογραφίες είναι κατεστραμμένες ή μισοκατεστραμμένες και αρκετές επιφάνειες έχουν απομείνει γυμνές.

      Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται βάσει επιγραφής στα 1232, όπου αναφέρεται και ο δωρητής του τοιχογραφικού διακόσμου, επίσκοπος Αθηνών Ιγνάτιος. Στις τοιχογραφίες υπάρχει διαφορά τεχνοτροπιών καθόσον ο ναός ιστορήθηκε από ομάδα αγιογράφων, όπως άλλωστε αναφέρεται σε άλλη αφιερωματική επιγραφή στο νάρθηκα.

      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μοναδική προσωπογραφία του επισκόπου Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη (1182-1204) που υπάρχει στο Ιερό και τον απεικονίζει με φωτοστέφανο, ενώ επιγραφή αναφέρει, « Ο ΠΑΝΗΕΡΩΤΑΤΟC ΑΡΧΗΕΠΗΣΚΟΠΟC ΑΘΗΝΩΝ ΜΗΧΑΗΛ». Ο λόγιος μητροπολίτης κατέφυγε στη Τζιά μετά την κατάληψη της Αττικής από τους Φράγκους. Η προσωπικότητα του και η δράση του δημιούργησαν ένα είδος τοπικής λατρείας, όπως φανερώνει και η αγιοποιημένη αγιογραφία του.

      Άλλες αξιόλογες τοιχογραφίες είναι στην αψίδα του Ιερού η Παναγία Ένθρονη με το Χριστό, οι Απόστολοι και οι Ιεράρχες, ενώ στην καμάρα μπροστά από το ιερό υπάρχει η Ανάληψη. Στη βόρεια καμάρα του σταυρού υπάρχουν οι τοιχογραφίες των Αγίων Μάμαντος και Τρύφωνος, που δικαιολογούνται από τον αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής, καθόσον οι Άγιοι αυτοί σχετίζονται με την αγροτική παραγωγή, την κτηνοτροφία και την αμπελουργία. Τα άλλα μέρη του ναού είναι διακοσμημένα με σκηνές του Ευαγγελίου (Σταύρωση, κλπ) και μεμονωμένες μορφές αγίων και επισκόπων. Στο νάρθηκα στον ανατολικό τοίχο υπάρχει η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας με την κεντρική μορφή του Χριστού και στο δυτικό τοίχο ο χορός των Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων.
      _______________
      Αισθητική Αρχιτεκτονική θεώρηση

      Αυτό που χαρακτηρίζει την εξωτερική μορφή του ναού, είναι η πλούσια σύνθεση των επιφανειών και όγκων με τις όμορφες, χαριτωμένες αναλογίες και με μια κλιμακωτή διαβάθμιση των υψών, που μας οδηγεί σταδιακά εκ των κάτω προς τα Άνω, από τις πλάγιες αψίδες των Ιερών στην κεντρική αψίδα και από κει στις κεκλιμένες επιφάνειες των παρεκκλησίων και μετά στις δικλινείς στέγες του νάρθηκα και των κλιτών, στα λοφία και τέλος στον τρούλλο. Η προς τα άνω κατεύθυνση διαγράφεται από τις πολλές αετωματικές απολήξεις και ενισχύεται από τον τρούλλο , που με το μεγάλο του τύμπανο εδραιώνει την υπερίσχυση του κατακόρυφου στοιχείου. Χωρίς τον τρούλλο η πολυμέρεια των στοιχείων θα συνιστούσε διάχυση. Από την άλλη, το μέγεθος του τρούλλου είναι τέτοιο που ενώ ενοποιεί τα επί μέρους στοιχεία δεν καταργεί την οντότητα και την σε κάποιο βαθμό αυτοτέλεια τους.

      Στο εσωτερικό του ναού, η πολύ χαμηλή είσοδος και το κατέβασμα στο επίπεδο του ναού, επιδιώκουν να προκαλέσουν ένα αίσθημα ταπείνωσης, που θα μας προετοιμάσει για τη διακριτική εξύψωση που μας επιφυλάσσει το σταδιακό αντίκρυσμα του τρούλλου μέσα από την τρίβηλο και τη δυτική καμάρα.

      Παράλληλα η ύπαρξη της τριβήλου και των κιόνων συμβάλει, κατά το δυνατόν, στην ενοποίηση του χώρου, όμως οι καμάρες και τα τόξα δίνουν οντότητα στα επί μέρους στοιχεία του ναού και ταυτόχρονα ελαφραίνουν την κατασκευή. Σε συνδυασμό με τις ανάλαφρες αποχρώσεις, όπως και το περιεχόμενο του τοιχογραφικού διακόσμου, τα τόξα μας έλκουν προς τα Άνω, με κεντρικό ελκυστή τον προεξάρχοντα τρούλλο, που μας κατευθύνει προς το υψηλότερο σημείο του ναού. Και εδώ η υπερίσχυση του κατακόρυφου στοιχείου, γίνεται με διατήρηση των αναλογιών, και κλιμάκωση των υψών και των μεγεθών των τόξων, από τα τόξα της τριβήλου στα τόξα των γωνιακών διαμερισμάτων και από κει στα τόξα των καμαρών του σταυρού, για να «αγγίξουμε» τον τρούλλο. Και στο εσωτερικό του ναού, το μέγεθος του τρούλλου είναι τέτοιο, που ενώ δεσπόζει και ενοποιεί σε σημαντικό βαθμό τα επί μέρους στοιχεία διατηρεί την κάποια αυτοτέλεια τους.

      Τελικά όλος αυτός ο συνδυασμός εξωτερικά των κεκλιμένων επιπέδων και εσωτερικά των θόλων και των τόξων, μαζί με τον δεσπόζοντα τρούλλο, συνιστούν εντυπωσιακές αρχιτεκτονικές συνθέσεις επιπέδων και όγκων και προσδίδουν στο ναό χάρη, ομορφιά και ανύψωση, με παράλληλη πρόκληση αισθημάτων χαράς, αγαλλίασης και εξύψωσης.

      Παραθέτουμε παρακάτω σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του καθηγητή Παν. Μιχελή (3) που μας εισάγει στο πνεύμα της βυζαντινής ναοδομίας : «…Ή εξέλιξη του συνδυασμού βασιλικής και περικέντρου ναού απόδωσε αργότερα και τους εγγεγραμμένους σταυροειδείς τον 11ο αιώνα όπου ό τρούλλος με διάμετρο μικρή σχετικά, κατάντησε ένα σύμβολο. Κι επειδή έτσι ό τρούλλος δεν ήταν ορατός από τον εισερχόμενο, παρά άμα πλησιάσει στο κέντρο και κάνει μια κίνηση κοπιαστική του κεφαλιού προς τα επάνω, τονίζεται μ' ένα υψιτενές τύμπανο ό κατακόρυφος άξονας τον κέντρου τόσο έντονα, ώστε να ισοφαρίζει την κυριαρχία της οριζοντιότητας. Ό τρούλλος υψώνεται σαν κυπαρίσσι, σαν ένας τόνος γοτθικής πνοής μέσα στα ελληνικά αυτά εκκλησάκια και παρέχει μια άλλη έκφραση του Υψηλού ανάμικτη με Χάρη. Σαν αντίδραση όμως προς την αφάνεια αυτή τον τρούλλου επιζεί ή αναζεί μέσα στο δεύτερο χρυσούν αιώνα του Βυζαντίου ό τύπος του οκταγωνικού ναού καθώς στο Δαφνί ή στον Όσιο Λουκά. Ό κεντρικός χώρος ευρύνεται, αναπνέει, και ξαναφέρνει στη μνήμη μας την αγκαλιά του δίχως τύμπανο τρούλλου της Άγια-Σοφιάς, πού μας επιτρέπει άνετα ν' ατενίσουμε την κορυφή του από την είσοδο και να ξαναζήσουμε του Υψηλού τον πηγαίο παλμό.

      Ή διαφορά όμως μεταξύ εγγεγραμμένου σταυροειδούς και οκταγωνικού τύπου φανερώνει μιαν αντίθεση, πού έχει βαθύτερα τις ρίζες της˙ εδώ αντιμάχονται δύο δυνάμεις: στον οκταγωνικό τύπο ανασταίνεται το ενιαίο του χώρου, κάτω από τη φανερή κυριαρχία του τρούλλου, ώστε να δημιουργείται ή εντύπωση της δυναμικής ενότητας τον συνόλου, ενώ στον σταυροειδή διασπώνται τα μέλη του χώρου λίγο ή πολύ σε αυτόνομα μέρη, πού παρέχουν την εντύπωση ενός οργανισμού πολυμερούς. Πρόκειται δηλαδή στο βάθος για μια διαφορά μεταξύ της υψηλής διάθεσης όπου τα μέρη υποτάσσονται στου όλου την ενιαία πνοή, κάτω από το μονάρχη τρούλλο, ένα εμφανές σε υπεροχή μέλος του όλου και της κλασσικής διάθεσης του Ωραίου, όπου τα μέλη αποκτούν μιαν αυτοτέλεια και οντότητα τόση, ώστε να εναρμονίζωνται ελεύθερα στο σύνολο. Βέβαια, όπως είδαμε, και στα κλασσικίζοντα σταυροειδή εκκλησάκια ό κατακορυφισμός του τρούλλου προσπαθεί να απαιτήσει μοναρχικά την υποταγή των άλλων μελών σ' αυτόν και ή μελωδία των καμπυλών και της όλης διάταξης το πνεύμα δημιουργούν ένα σύμπλεγμα με γραφική την πνοή. Άλλα ή αντίθεση και ή διαμάχη είναι δικαιολογημένη, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι στο βυζαντινό ρυθμό δ6ρουν και αντιδρούν για να εναρμονιστούν πρωτότυπα δυό αντίθετα ρεύματα, το ανατολικό και το κλασσικό, το Υψηλό και το Ωραίο, και χωρίς να πάψει ποτέ η κυριαρχία του πρώτου, το δεύτερο στυλιζάρει και εξειδανικεύει τις διαθέσεις του άλλου, τις εξελληνίζει. Και όταν του ελληνικού αυτού πνεύματος η απαίτηση εντείνεται, όπως στα έργα της Σχολής της Επαρχίας, μη δυναμένη να κυριαρχήσει πάνω στο Υψηλό, στρέφεται προς τη Χάρη που συγγενεύει και με το Ωραίο και με το Υψηλό».
      _______________
      Βιβλιογραφία:

      (1) Καλύβια Θορικού Αττικής, Ιστορική – Αρχαιολογική Περιήγηση, Πέτρος Ι. Φιλίππου, 2000, σ. 87 (2) Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - Βυζαντινά μνημεία (3) «Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης», Π. Μιχελής, Ε.Μ.Π, 1946

      Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας & Λαυρεωτικής