1. Ορόσημο/Ιστορικό κτήριο
  2. Ελληνικά
  3. Εκκλησίες
  4. Καλύβια | Πάνειο Όρος (Πανί)
  5. Πάνειο Όρος (Πανί)
    • Το εξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκεται στην κορυφή του Πανείου Όρους - στο βόρειο άκρο αυτού - με πρόσβαση από την λεωφ. Καλυβίων – Κερατέας, 2.5 χλμ. μετά την Μονή Αγίας Σκέπης [...]

      Περιγραφή του Ναού

      Ο τύπος του ναού, όπως αναφέραμε, είναι ο ελεύθερος σταυρός με τρουλοκάμαρα παράλληλη στον άξονα του ναού. Ο τύπος αυτός είναι σπάνιος την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου επικρατεί η απλή μονόχωρη βασιλική. Τρουλοκάμαρα ονομάζεται το υπερυψωμένο τμήμα του ναού, που ανυψώνεται σαν τρούλος που στηρίζεται στις καμάρες των καθέτων κλιτών αλλά στεγάζεται με καμάρα και είναι ορθογώνιος. Εξωτερικά καλύπτεται με δικλινή στέγη, όπως και οι υπόλοιπες καμάρες του ναού. Η τρουλοκαμάρα θεωρείται ένας απλοποιημένος επαρχιακός τύπος, που προέκυψε από πρακτικούς και αισθητικούς λόγους, με αισθητική αξία, κατά τον Α. Κ. Ορλάνδο, κατώτερη των συνηθισμένων τρούλων. (1)

      Την ανατολική πλευρά του ναού, καταλαμβάνει ημιεξαγωνική αψίδα Ιερού, που φέρει μικρό παράθυρο τύπου πολεμίστρας, που σήμερα έχει κλειστεί. Ένα μαρμάρινο τεκτονικό κιονόκρανο από κιονίσκο τέμπλου, της μέσης βυζαντινής περιόδου που βρέθηκε στο ναό, δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την προέλευση του. Στην νοτιοανατολική γωνία του ναού, η σκεπή εξέχει λίγο και δημιουργεί ένα μικρό πρόβολο, που οφείλεται στο ότι στη νότια πλευρά της ανατολικής κεραίας του κεντρικού κλίτους, υπήρχε κτίσμα που προεκτεινόταν και λίγο ανατολικότερα, όπως φαίνεται στην παλιά φωτογραφία του 1920, από το βιβλίο «Καλύβια Θορικού Αττικής» (2) και το οποίο κατεδαφίστηκε.

      Οι διαστάσεις του κατά μήκος κλίτους είναι 13.40 x 3.65 μ. περίπου, μαζί με την κόγχη του Ιερού, ενώ του εγκαρσίου κλίτους 6.60 x 3.30 μ. περίπου. Οι εγκάρσιες κεραίες του σταυρού προεξέχουν του κεντρικού χώρου κατά 1.70 μ. και 1.35 μ. περίπου και οι κατά μήκος κατά 3.80 x 6.30 μ. μαζί με την κόγχη.

      Στο ναό πριν από μισό περίπου αιώνα έγιναν επισκευές συντήρησης και επεμβάσεις που έχουν αλλοιώσει - κάποιες ανεπιστρεπτί - τα μορφολογικά στοιχεία και την αυθεντικότητα του ναού. Οι κεραμοσκεπείς στέγες αντικατεστάθησαν από δικλινείς πλάκες μπετόν που σχετικά πρόσφατα επικαλύφτηκαν με κεραμίδια. Η βόρεια και νότια πλευρά του εγκάρσιου κλίτους είχαν από ένα τοξωτό παράθυρο, το νότιο όμως άνοιγμα έχει αντικατασταθεί από τετράγωνη αδιαφανή μεταλλική πόρτα. Στην πρόσοψη επίσης η πόρτα αντικαταστάθηκε με μεταλλική και το υπέρθυρο έχει μετατραπεί σε γυάλινο για να φωτίζει το εσωτερικό.
      _______________
      Εσωτερικό του Ναού - Τοιχογραφίες

      Εσωτερικά ο ναός είναι απλός, στεγασμένος με καμάρες. Και στο εσωτερικό του ναού υπερισχύει η διάσταση του ύψους - λόγω και του μικρού πλάτους των κλιτών - ιδιαίτερα στο σημείο του τρούλου. Το μέγιστο εσωτερικό ύψος της τρουλοκαμάρας φτάνει το 4.20 μ. περίπου και των καμαρών κατά μέσο όρο 3.20 μ., ενώ το εσωτερικό πλάτος του κεντρικού κλίτους είναι 2.50 μ. περίπου και του πλαγίου 2.20 μ. περίπου. Το τέμπλο είναι κτιστό, χωρίς αγιογράφηση, με νεώτερη λιτή αετωματική επίστεψη, η Αγία Τράπεζα επίσης κτιστή και το δάπεδο του Ιερού κατά δύο σκαλιά ψηλότερο του κυρίως ναού.

      Εντύπωση προκαλεί η παντελής απουσία τοιχογραφικού διακόσμου στον κυρίως ναό. Οι μόνες τοιχογραφίες που διασώζονται είναι στην κόγχη του Ιερού, η Πλατυτέρα και τρεις συλλειτουργούντες Ιεράρχες και αυτές σε πολύ κακή κατάσταση. Η απόδοση των μορφών έχει έντονα λαϊκό χαρακτήρα και σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, η κλίμακα των μορφών είναι μικρή και τα χρώματα είναι σκούρα ώστε, σε συνδυασμό με το λίγο φυσικό φως και τη στενότητα του χώρου, να δημιουργεί ατμόσφαιρα περισυλλογής και κατάνυξης (1). Στην κόγχη υπάρχει μία συνήθης επιγραφή, έντονα ανορθόγραφη, όχι από αμάθεια αλλά για λόγους ταπεινότητας. Η επιγραφή ορθογραφημένη είναι η ακόλουθη : «Το στερέωμα των επί Σοι πεποιθότων, στερέωσον Κύριε την Εκκλησίαν, ην εκτήσω τω Τιμίω σου Αίματι». Δίπλα υπάρχει η χρονολογία 1734, που δηλώνει το τέλος της αγιογράφησης, που σημαίνει ότι η ίδρυση του ναού μπορεί να ταυτίζεται με αυτή τη χρονολογία ή να είναι προγενέστερη.

      Οι ναοί της εποχής αυτής είναι συνήθως πλήρως αγιογραφημένοι και διακοσμημένοι. Οι τοιχογραφίες έχουν πιθανά επικαλυφτεί από τα αλλεπάλληλα στρώματα επιχρισμάτων ή έχουν καταστραφεί πριν τα επιχρίσματα. Είναι πάντως πιθανό, αν και δε το έχουμε συναντήσει σε άλλο ναό της εποχής, για λόγους οικονομίας, να αγιογραφήθηκε μόνο η κόγχη, που είναι και το πιο ιερό μέρος του ναού.
      _______________
      Χρονολόγηση του Ναού

      Τα μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του ναού που μπορούν να βοηθήσουν στη χρονολόγηση είναι η απλότητα της κατασκευής, η αργολιθοδομή, η παντελής έλλειψη διακόσμησης, το παράθυρο τύπου πολεμίστρας της κόγχης, τα ελάχιστα φωτιστικά ανοίγματα, το κτιστό τέμπλο, η κτιστή Αγία Τράπεζα, κ.α. Όλα αυτά είναι γνωρίσματα των ναών της όψιμης τουρκοκρατίας. Τα προηγούμενα στοιχεία τοποθετούν το ναό στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, πράγμα που συμφωνεί με τη χρονολογία 1734, που βάσει επιγραφής, δηλώνει το τέλος της αγιογράφησης.

      Η χρονολογία αυτή ταιριάζει και με τις χρονολογίες που έζησαν στο Πάνειο Όρος οι μοναχοί που φέρονται σαν ιδρυτές του ναού, σύμφωνα με την προφορική παράδοση – μαρτυρία, που παραθέτουμε παρακάτω. Υπάρχει πάντως και η μαρτυρία του επισκόπου Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη που αναφέρει ότι υπήρχε μοναστηριακή ζωή στον ίδιο χώρο από τις αρχές του 13ου αιώνα (2).
      _______________
      Ίδρυση του Ναού - Παράδοση

      Όσον αφορά την ίδρυση του ναού, υπάρχει η προφορική μαρτυρία του Γ.Α. Αγγέλου (3), για τρεις προγόνους του, τα αδέλφια Ιερώνυμο, Αγαθάγγελο και Παρθένιο, που ήσαν μοναχοί και μόνασαν στο χώρο της εκκλησίας. Αναφέρει μεταξύ άλλων ο Γ.Α. Αγγέλου : «... Οι τρεις μοναχοί απεχθανόμενοι τον κοινωνικόν βίον, όντες πιστοί και πιστοί και σταθεροί θρησκευτικοί άνθρωποι, αφιερώθηκαν σύσσωμοι εις τον μοναχικόν βίον και απεβίωσαν ως τοιούτοι, κατά τα έτη 1670 μέχρι το 1779, ζήσαντες άνω των εκατόν ετών έκαστος και διαμείναντες εφ’ όρου ζωής εις το εν όρω Πάνειον περίβολον της μικράς εκκλησίας Ζωοδόχου Πηγής, ην οι ίδιοι έκτισαν και εν τέλει ενταφιάσθηκαν αυτόθι, ο μεν πρεσβύτερος Ιερώνυμος εντός του ναού και δη εις το Άγιον Βήμα της εκκλησίας, οι δε άλλοι δύο έναντι του φρέατος και πλησίον της, μέχρις εσχάτως σωζομένης αχλαδιάς, νυν μιας γκορτσιάς, εις τον περίβολον αυτόν είχον φυτεύσει μίαν μικράν άμπελον, δύο αχλαδιές, μίαν αμυγδαλέαν εκ των οποίων τίποτε δεν σώζεται νυν, ωσαύτως έσπερνον και επίκαιρα της εποχής λαχανικά και αραβόσιτον δια τα προς το ζην λιτά γεύματα των, όταν δε αυτοί απήλθαν αποβιώσαντες μετά παρέλευσιν ολίγων ετών εγκατεστάθη μονίμως εις τον περίβολον του παρεκκλησίου και ανέλαβε την συντήρησιν των διασωθέντων και περιποιείτο την εκκλησίαν εις τυχαίως παρεπηδημών ενταύθα ονομαζόμενος Μακρυγκίκας, μετά τον θάνατον του οποίου τα πάντα εγκατελείφθησαν ...».

       

      Βιβλιογραφία:

      1) Ζωοδόχος Πηγή στο Πάνιο Όρος Αττικής, Αθηνά Κ. Τζάκου, από το βιβλίο Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, Ε.Μ.Π., 1979, σ. 209-216 2) Καλύβια Θορικού Αττικής, Ιστορική – Αρχαιολογική Περιήγηση, Πέτρος Ι. Φιλίππου, 2000, σ. 94 3) Το Γενεαλογικόν Δένδρον της Οικογενείας Αγγέλου. Γεωργίου Αγγελή Αγγέλου, Καλύβια 1970

      Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας & Λαυρεωτικής